Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βόλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βόλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Giorgio de Chirico (1888 - 1978): Ο ζωγράφος που έβλεπε τα τρένα να περνούν... (Video)

Ο ντε Κίρικο γεννήθηκε στο Βόλο. Ο πατέρας του εργαζόταν ως μηχανικός τρένων και επέβλεπε την κατασκευή του θεσσαλικού σιδηροδρομικού δικτύου το 1881, ενώ η μητέρα του ήταν πρώην τραγουδίστρια της όπερας. Το ελληνικό περιβάλλον και ο ελληνικός πολιτισμός, μέσα στον οποίο μεγάλωσε ο ντε Κίρικο, υπήρξε πηγή έμπνευσης για εκείνον. Πρώτος δάσκαλος του ντε Κίρικο υπήρξε ένας νέος Έλληνας ζωγράφος από την Τεργέστη, ονόματι Μαυρουδής. Αργότερα, την περίοδο 1903-5, φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τους Γεώργιο Ροϊλό, Κωνσταντίνο Βολονάκη και Γιώργο Ιακωβίδη.

Το φθινόπωρο του 1906, εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό του στο Μόναχο, όπου ξεκίνησε σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, παρακολουθώντας μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής. Αποχώρησε από την Ακαδημία πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του και το καλοκαίρι του 1909 εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο. Την ίδια περίπου περίοδο ήρθε σε στενή επαφή με το έργο του Φρήντριχ Νίτσε, το οποίο επέδρασε καταλυτικά στην εξέλιξή του και στη διαμόρφωση της τεχνοτροπίας του.

Το 1910 φιλοτέχνησε Το αίνιγμα ενός φθινοπωρινού απογεύματος, πίνακας που συχνά χαρακτηρίζεται ως το πρώτο δείγμα τής Μεταφυσικής Ζωγραφικής. Διακρίνεται για την έντονα αινιγματική ατμόσφαιρά του, ενσωματώνοντας παράλληλα ποιητικά στοιχεία και μεταφέροντας αναγνωρίσιμα αντικείμενα ή καθημερινές σκηνές, στη σφαίρα του ανεξήγητου.

Το 1911 μετακόμισε στο Παρίσι. Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ, σημαίνουσα μορφή της καλλιτεχνικής σκηνής του Παρισιού, υπήρξε από τους πρώτους ένθερμους υποστηρικτές του έργου του και σύντομα ο ντε Κίρικο εντάχθηκε μαζί με τον αδελφό του σε έναν ευρύτερο κύκλο καλλιτεχνών που περιλάμβανε διάσημους ζωγράφους όπως τον Πάμπλο Πικάσο και τον Φράνσις Πικαμπιά.

Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, η παραγωγικότητά του περιορίστηκε σημαντικά. Ο ντε Κίρικο ήταν λιποτάκτης από το Μάρτιο του 1912 και είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης. Όταν το 1915 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστρία, δόθηκε αμνηστία σε όλους τους λιποτάκτες που θα παρουσιάζονταν άμεσα, γεγονός το οποίο εκμεταλλεύτηκε ο ντε Κίρικο, που παρουσιάστηκε τελικά το Μάιο του 1915 στη Φλωρεντία. Τον επόμενο μήνα τοποθετήθηκε στη Φεράρα, όπου συνέχισε να ζωγραφίζει με μειωμένους ρυθμούς, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρεί τις επαφές του στο Παρίσι.

Στα τέλη του 1918, εγκατέλειψε τη Φεράρα και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη. Λίγους μήνες αργότερα οργανώθηκε η πρώτη μεγάλη ατομική του έκθεση, στη γκαλερί Bragaglia (Casa d'Arte Bragaglia), η οποία όμως δε στέφθηκε με επιτυχία. Πωλήθηκε μόνο ένας πίνακάς του, ενώ ο κριτικός τέχνης Ρομπέρτο Λόνγκι – με σημαντική επιρροή στην ιταλική καλλιτεχνική σκηνή εκείνης της εποχής – σχολίασε αρνητικά την Μεταφυσική Ζωγραφική του.
Λίγο αργότερα πάντως, τα «μεταφυσικά» έργα του έγιναν αντικείμενα θαυμασμού από τους υπερρεαλιστές, οι οποίοι όμως κατόπιν τον αποκήρυξαν εξαιτίας της στροφής του στο νεοκλασικό και νεορομαντικό ύφος. Το Μάιο του 1925 πραγματοποιήθηκε μία μεγάλη ατομική έκθεση στη Galerie de l' Effort Moderne του Λεόνς Ρόζενμπεργκ, και στα τέλη του ίδιου έτους εγκαταστάθηκε εκ νέου στο Παρίσι, όπου ακολούθησε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος κατά την οποία απέκτησε σημαντική φήμη, τόσο στη γαλλική πρωτεύουσα όσο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Για ένα σύντομο διάστημα, πριν το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, έζησε στο Παρίσι πριν επιστρέψει και πάλι στο Μιλάνο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, το έργο του παρουσιαζόταν τακτικά στην Ιταλία, ενώ ο ίδιος συνέχισε να αναλαμβάνει δημόσιες παραγγελίες, έχοντας υιοθετήσει ένα νέο ύφος, με στοιχεία νεομπαρόκ, αλλά και μία πολεμική ενάντια στη μοντέρνα τέχνη. Το 1942 συμμετείχε στην 23η Μπιενάλε της Βενετίας, παρουσιάζοντας τα έργα του σε δική του αίθουσα, χωρίς ωστόσο να δεχθεί θετικές κριτικές. To ύστερο έργο του αντιμετωπίστηκε με έντονη διάθεση αμφισβήτησης από τους κριτικούς, ενώ από την πλευρά του ο ντε Κίρικο θεωρούσε τον εαυτό του αδικημένο, με βάση την συνολική προσφορά του στο μοντερνισμό. Μέσα από μία πληθώρα δοκιμίων, εξέφρασε την αντίθεσή του σε αυτό που ο ίδιος αντιλαμβανόταν ως «δικτατορία» του μοντερνισμού, ενώ την περίοδο 1950-3 οργάνωσε «αντι-Μπιενάλε», παρουσιάζοντας έργα «αντι-μοντέρνων» καλλιτεχνών.

Χαρακτηριστικό πολλών πινάκων του είναι κάποιο τρένο που περνά στο βάθος αφήνοντας σύννεφο καπνού, κατάλοιπο, αναμφίβολα, της παιδικής του ηλικίας στο Βόλο και της δουλειάς του πατέρα του.

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Το Ανώτερο Παρθεναγωγείο Βόλου και τα Αθεϊκά




Ο Δελμούζος με τη γυναίκα του στην Ελβετία 1909

της Χριστιάννας Λούπα

Σε μια κοινωνία ερμητικά κλειστή σε προοδευτικές ιδέες, όπου ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι αναλφάβητο, το να μορφωθεί μια γυναίκα αποτελεί όχι μόνο περιττή πολυτέλεια, αλλά και ταμπού. Έτσι λοιπόν στο Βόλο, πριν το 1908, το να συνεχίσει μια κοπέλα τις σπουδές της πέρα από το Δημοτικό, θεωρείτο κοσμοϊστορικό γεγονός. Το κατ’ εξοχήν επάγγελμα που μπορούσε να κάνει τότε μια γυναίκα άλλωστε, ήταν δασκάλα, πράγμα που προϋπέθετε γυμνασιακές σπουδές. Δυστυχώς όμως όλες οι πόρτες για τα κορίτσια της εποχής ήταν κλειστές, αφού Γυμνάσιο Θηλέων δεν υπήρχε στην πόλη. Λίγες τυχερές μπορούσαν να σπουδάσουν στο Αρσάκειο Λαρίσης ή σε σχολές καλογραιών όπως στην Τήνο και τη Νάξο, όπου όμως γινόταν καθολική προπαγάνδα.

Ένας φωτισμένος εκπαιδευτικός, ωστόσο, ο Αλέξανδρος Δελμούζος - που φέτος συμπληρώνονται 52 χρόνια από το θάνατό του - κι ένας νέος γιατρός και διανοούμενος με προοδευτικές ιδέες, ο Δημήτρης Σαράτσης, δημοτικός σύμβουλος Βόλου, έμελλε να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά της τοπικής κοινωνίας, ιδρύοντας το Ανώτερο Παρθεναγωγείο Βόλου με σκοπό «την ευρύτερη μόρφωση των νεανίδων και την πρακτική τους κατάρτιση». Διευθυντής έγινε ο Δελμούζος, ενώ τα μαθήματα δίδασκαν καταξιωμένοι καθηγητές όπως ο Φιλιππίδης, ο Τσαμασφύρος, ο Κόντης, ο Γκιόλμας και ο Λούπας (παππούς της γράφουσας).

Ο Δελμούζος, 28 χρονών τότε, εφάρμοσε μια προοδευτική παιδαγωγική που καταπιανόταν με τα αληθινά προβλήματα της εποχής, εισήγαγε τη δημοτική γλώσσα και δίδασκε αρχαία κείμενα σε μετάφραση. Έδωσε έμφαση στην εμπειρική μάθηση, ενέπνευσε εμπιστοσύνη στις μαθήτριες και κατάργησε την ατμόσφαιρα φόβου στην τάξη. Τα κορίτσια διδάσκονταν μεταξύ άλλων Ιστορία της Τέχνης, Υγιεινή, Νοσηλευτική, Οικοκυρικά, Κηπουρική και Γαλλικά. Συχνά μάλιστα η διδασκαλία γινόταν στο ύπαιθρο. Καταργήθηκε η βαθμολογία και οι απουσίες, ενώ το μάθημα γινόταν με τη μορφή εποικοδομητικού διαλόγου και όχι από καθέδρας διδασκαλία.

Η ρηξικέλευθη αυτή τομή στο αρτηριοσκληρωμένο εκπαιδευτικό σύστημα, ήταν πολύ βαθιά για να την αντέξει το ελληνικό κατεστημένο του συντηρητισμού, του ψευτοκλασικισμού και της τυπολατρείας. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, στο σχολείο τόλμησαν να διδάξουν και τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο! Για αθεϊσμό, ασέβεια και εξύβριση άρχισε η εκκλησία να κατηγορεί τους εκπαιδευτικούς του Παρθεναγωγείου.

Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομάτης αποφάσισε να κάνει επιτόπια έρευνα και ένα πρωινό πήγε κρυφά στο Παρθεναγωγείο και μπήκε σε μία τάξη που δίδασκε η φιλόλογος Πηνελόπη Χρυσάκου, η οποία αρνήθηκε να του φιλήσει το χέρι. Ξέσπασε καυγάς μεγάλος και ο Μητροπολίτης αποχώρισε ξεφωνίζοντας: «το σχολείο σας είναι γερμανικό και φράγκικο!».

Το θέμα αρχίζει να παίρνει πανελλαδικές διαστάσεις. Ο βουλευτής Βόλου Μπουφίδης φέρνει το θέμα στη Βουλή. Είναι ο ίδιος που είχε κατηγορήσει τον Παλαμά ως διαφθορέα της νεολαίας επειδή ήταν δημοτικιστής. Επεμβαίνει ο εισαγγελέας. Η εφημερίδα «Κήρυκας του Βόλου» εξαπολύει επίθεση κατά των «μαλλιαρών», όπως έλεγαν τότε τους δημοτικιστές. «Ένας νεανίας», έγραφε, «διδάσκει τις μαθήτριες πώς να γίνουν οικοκυραί και μητέρες», ενώ άφηνε υπονοούμενα για όργια μεταξύ μαθητριών και Δελμούζου.

Στο μεταξύ ο Μητροπολίτης οργανώνει «λαοσύναξη» στο Βόλο, μαζεύοντας ιερείς, καλόγερους και θρησκόληπτους από όλη τη Θεσσαλία, αξιώνοντας το κλείσιμο του Σχολείου.

Τελικά, το Παρθεναγωγείο σφραγίζεται μετά από 3 χρόνια λειτουργίας και ασκείται δίωξη κατά Δελμούζου και Σαράτση, αλλά και πολλών άλλων δημοτικιστών που είχαν υποστηρίξει το έργο τους, μεταξύ των οποίων και ο ποιητής Κ. Βάρναλης, που υπηρετούσε ως δάσκαλος στην Αργαλαστή Πηλίου.

Τα «αθεϊκά του Βόλου» έληξαν οριστικά το 1914, όταν το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου αθώωσε πανηγυρικά τους κατηγορούμενους. Το Παρθεναγωγείο όμως, το λαμπρό αυτό σχολείο που σήμανε την αλλαγή της ελληνικής παιδαγωγικής σκέψης και πράξης, δεν επρόκειτο να ξαναλειτουργήσει ποτέ και το εκπαιδευτικό μας σύστημα ήταν καταδικασμένο να παραμείνει για πολλά ακόμα χρόνια στο σκοτάδι.

«Μισά και φτωχά είναι τα αποτελέσματα του ελληνικού σχολείου, σε μισά και φτωχά αποτελέσματα καταλήγουν τόσοι κόποι και τόσες προσπάθειες», έλεγε ο Αλέξανδρος Δελμούζος πριν 100 περίπου χρόνια. Γιατί άραγε τα λόγια αυτά μοιάζουν σαν να ειπώθηκαν σήμερα;

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

Η Λίστα του... Σπίρερ!


της Χριστιάννας Λούπα


Η αληθινή ιστορία του Σίντλερ, που έσωσε 1100 Εβραίους από τα νύχια των ναζί, απασχολώντας τους στο εργοστάσιό του, είναι βέβαια γνωστή σε όλους μας, όπως την απολαύσαμε στην αριστουργηματική ταινία του Σπίλμπεργκ «Η Λίστα του Σίντλερ». Για τον Σπίρερ όμως γνωρίζει άραγε κανείς;

Όταν το καταραμένο εκείνο Φθινόπωρο του 1922, οι πύλες της κολάσεως είχαν ανοίξει στην «καθ’ ημάς Ανατολή» και η πανέμορφη πρωτεύουσα της Ιωνίας έπνεε τα λοίσθια, παραδομένη στις φλόγες, όταν οι Τσέτες σεργιάνιζαν πάνω στ’ άλογα λογχίζοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους, όταν τα πτώματα επέπλεαν στο λιμάνι, όταν οι Σύμμαχοι παρακολουθούσαν αμέτοχοι από τις ναυαρχίδες τους κι όταν οι μανάδες έτρεχαν αλλόφρονες πάνω κάτω στην προκυμαία με τα μωρά στην αγκαλιά, όταν η Σμύρνη φαινόταν εγκαταλελειμμένη πια από θεούς κι ανθρώπους, ένα χέρι σωτηρίας απλώθηκε για να κρατήσει όσους περισσότερους μπορούσε στη ζωή. Ήταν το χέρι του Χέρμαν Σπίρερ.

Γεννημένος στη Σμύρνη από γονείς Εβραίους ελβετικής καταγωγής, ο Σπίρερ ήταν από τους μεγαλύτερους καπνέμπορους της εποχής. Διατηρούσε ιδιόκτητες καπναποθήκες στη Σμύρνη και καπνομάγαζα σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Όταν ξέσπασε ο χαμός και η αντάρα δεν δίστασε καθόλου να ανοίξει τις αποθήκες του και να προσφέρει άσυλο σε εκατοντάδες γυναικόπαιδα, που διαφορετικά θα είχαν γίνει βορά στα νύχια των αδηφάγων Αγαρηνών. Φέροντας ελβετική σημαία, οι αποθήκες του ήταν απροσπέλαστες στους Τούρκους.

Αρκετές μέρες τούς κράτησε εκεί προστατευμένους ο εξαίρετος αυτός άνθρωπος, αψηφώντας κάθε κίνδυνο, παρέχοντάς τους τροφή και ό,τι μπορούσε για να τους διευκολύνει, ενώ ολόγυρα η Σμύρνη σωριαζόταν σε ερείπια και στάχτες. Μέχρι που ναύλωσε ατμόπλοια με δικά του έξοδα για να τους φυγαδεύσει στη μητέρα πατρίδα. Κι ενώ οι Τούρκοι απειλούσαν θεούς και δαίμονες, χωρίς όμως να τολμούν να κάνουν τίποτα, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, λίγο πριν το μαρτύριό του, πρόλαβε να χαρακτηρίσει τον Σπίρερ σαν «μέγα εθνικό ευεργέτη».

Όμως η μεγαλοψυχία του ανθρώπου αυτού δεν σταμάτησε εδώ. Όχι μόνο κατάφερε να φυγαδεύσει έναν μεγάλο αριθμό προσφύγων στην Ελλάδα, αλλά τους στήριξε κιόλας στα πρώτα τους βήματα, προσφέροντάς τους εργασία στα καπνεργοστάσιά και τα μαγαζιά του σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας όπως τη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα και ασφαλώς το Βόλο.
Πράγματι, το 1926 ανεγείρεται το καπνεργοστάσιο Σπίρερ και Σια στο Βόλο, το οποίο θα απασχολήσει πολλούς πρόσφυγες, βοηθώντας τους να επιβιώσουν στους δύσκολους καιρούς του μεσοπολέμου και της οικονομικής ύφεσης.

«Οι Βολιώτες ποτέ δεν ξέχασαν αυτή την ευγενική χειρονομία ανθρωπιάς του Σπίρερ. Ίσως αυτός να είναι και ένας από τους λόγους που ο Βόλος και ο νομός μας αποτελούν παράδειγμα ειρηνικής συνύπαρξης και ανεκτικότητας», παρατήρησε πολύ εύστοχα ο κ. Απόστολος Ζουπανιώτης, πρόεδρος του συλλόγου «Αργοναύτες», στην εκδήλωση που έγινε στην Αστόρια πριν λίγες μέρες για την επέτειο του Ολοκαυτώματος.

Κι επειδή πολύ εύκολα στη ζωή μας αντιστρέφονται οι ρόλοι, μερικά χρόνια αργότερα ήρθε η σειρά των χριστιανών του Βόλου να βοηθήσουν τους Εβραίους συμπολίτες τους. Και το έκαναν με όλη τους την καρδιά, όταν στα χρόνια της γερμανικής κατοχής οι ναζί προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να εξολοθρεύσουν το εβραϊκό στοιχείο της πόλης.

Το 1940 η εβραϊκή κοινότητα του Βόλου αριθμούσε 882 άτομα. Μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τον Άξονα, ο Βόλος πέρασε στην κατοχή της Ιταλίας και οι Εβραίοι έζησαν με σχετική ασφάλεια ως το 1943, οπότε συνθηκολόγησαν οι Ιταλοί και τους υποκατέστησαν οι Γερμανοί. Στο διάστημα αυτό μάλιστα, στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν, είχαν καταφύγει στην πόλη και πολλοί Εβραίοι από τη Θεσσαλονίκη.

Το προγραμματισμένο πογκρόμ, ωστόσο, που εξαπέλυσαν οι ναζί κατά των Εβραίων στις 25 Μαρτίου 1944 απέτυχε παταγωδώς, αφού ο Αρχιεπίσκοπος Ιωακείμ, σε συνεργασία με τον ραββίνο Πεσσάχ, τους κατοίκους της πόλης και το ΕΑΜ, κατάφερε να φυγαδεύσει τους περισσότερους Εβραίους στα χωριά του Πηλίου. Μόνο 130 μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο του Άουσβιτς, που αυτόματα σημαίνει πως σώθηκε το 80% της κοινότητας. Αργότερα, το Ίδρυμα για τη διατήρηση της μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ απένειμε στον Αρχιεπίσκοπο Ιωακείμ τον τίτλο του «Δικαίου μεταξύ των Εθνών» και πολύ σωστά έκανε. Με τον Σπίρερ όμως τι έγινε;

Ούτε μία εκδήλωση προς τιμή του! Ούτε μία προτομή στον προαύλιο χώρο του συγκροτήματος των κτιρίων Σπίρερ! Πόσοι από μας γνωρίζουν στ’ αλήθεια την προσφορά του; Μήπως το ελληνικό κράτος θα έπρεπε να ευαισθητοποιηθεί, έστω και όψιμα – δεν είναι η πρώτη φορά άλλωστε – και να αποδώσει στη μνήμη του την τιμή που θα έπρεπε και θα άρμοζε σε έναν εθνικό ευεργέτη, όπως είχε προτείνει άλλωστε και ο κύριος Σούρλας;

Γιατί το χέρι βοήθειας είναι τόσο πολύτιμο στην κοσμοχαλασιά και τόσο εύκολο να ξεχαστεί όταν όλα καταλαγιάσουν. Ή μήπως η αχαριστία και η λησμονιά είναι χαρακτηριστικά της φυλής μας;