Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα the USA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα the USA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Η ιστορία των κραχ - ΤΟ ΒΗΜΑ



Από τις τουλίπες στην Ολλανδία του 17ου αιώνα, τις «φούσκες» στη Γαλλία και στη Βρετανία του 1720 και το Μεγάλο Κραχ του 1929 ως τις μετοχές του Nasdaq και της Σοφοκλέους του 2000-2001

ΤΑΝΙΑ ΜΠΟΖΑΝΙΝΟΥ | Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2001

Ενα πρωινό του 1929 ο Τζόζεφ Κένεντι, πατέρας του δολοφονηθέντος προέδρου Τζον Φ. Κένεντι, άκουσε με έκπληξη τον λούστρο που του γυάλιζε τα παπούτσια να του δίνει μια «εμπιστευτική πληροφορία» για το χρηματιστήριο. Ο Κένεντι σκέφτηκε: «Αν ο λούστρος μου γνωρίζει περισσότερα από εμένα, κάτι δεν πάει καλά στη χρηματιστηριακή αγορά». Την ίδια ημέρα πούλησε όλες τις μετοχές του και έτσι απέφυγε τη χρεοκοπία στο περίφημο κραχ που ακολούθησε λίγο αργότερα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα η νότια άκρη του Μανχάταν, εκεί όπου βρίσκεται η Γουόλ Στριτ, ήταν τόπος συγκέντρωσης μάλλον περιθωριακών τύπων που ρισκάριζαν τα χρήματά τους στην αγοραπωλησία μετοχών. Το κοινό, εκτός από μερικούς νεόπλουτους, αδιαφορούσε για τις μετοχές. Ενδεικτικό είναι ότι, όταν το 1896 ο Τσαρλς Ντόου εισήγαγε τον δείκτη Dow Jones, τα κύρια άρθρα των εφημερίδων αναφέρονταν στις τιμές του χρυσού και του ασημιού αγνοώντας τον δείκτη που συχνά μονοπωλεί τα σημερινά πρωτοσέλιδα. Στη δεκαετία του '20 όμως πολλά αμερικανικά νοικοκυριά ανακάλυψαν το χρηματιστήριο, το οποίο τότε ακόμη λειτουργούσε στο πεζοδρόμιο.

Η δεκαετία είχε ξεκινήσει δυσοίωνα: μια βόμβα είχε εκραγεί μπροστά στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης σκοτώνοντας 30 άτομα. Ο υπεύθυνος για τη βομβιστική επίθεση δεν βρέθηκε ποτέ (οι εφημερίδες κατηγόρησαν τους μπολσεβίκους και τους αναρχικούς) αλλά έγινε αιτία για να μετακομίσει, την επόμενη χρονιά, το χρηματιστήριο στο κτίριο της Γουόλ Στριτ όπου στεγάζεται ως σήμερα. Το 1924 το βιβλίο Οι μετοχές ως μακροχρόνια επένδυση του νεοϋορκέζου τραπεζίτη Εντγκαρ Λόρεν Σμιθ ενίσχυσε το ενδιαφέρον του κοινού για τις μετοχές. Ως το 1929 περισσότερες από ένα εκατομμύριο αμερικανικές οικογένειες είχαν μετοχές. Το ζοφερό 1929

Το κραχ του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1929, γνωστό ως Μεγάλο Κραχ, ακολούθησε την περίοδο ανόδου και ευφορίας που είχε ξεκινήσει στα μέσα της δεκαετίας και είχε κορυφωθεί τον Αύγουστο του 1929. Οι τιμές των μετοχών έπεφταν από τον Σεπτέμβριο, αλλά η πτώση τους άρχισε να γίνεται απότομη στις 18 Οκτωβρίου. Πραγματικός πανικός κατέλαβε τους επενδυτές στις 24 Οκτωβρίου, ημέρα κατά την οποία πωλήθηκαν περίπου 13 εκατ. μετοχές (αριθμός ρεκόρ για την εποχή). Υστερα από εκείνη τη «Μαύρη Πέμπτη», ακολούθησαν μια «Μαύρη Δευτέρα» και μια «Μαύρη Τρίτη», κατά την οποία κινήθηκαν 16 εκατ. μετοχές και το χρηματιστήριο κατέρρευσε. Τη «βουτιά» του δείκτη μιμήθηκαν αρκετοί κατεστραμμένοι επιχειρηματίες, οι οποίοι αυτοκτόνησαν πηδώντας από τα παράθυρα των ουρανοξυστών που στέγαζαν τα γραφεία τους.

Τους μήνες πριν από εκείνη την αποφράδα «Μαύρη Τρίτη» 29 Οκτωβρίου 1929 οι πιο δημοφιλείς προσωπικότητες στις ΗΠΑ ήταν οι τραπεζίτες, οι χρηματιστές και οι οικονομολόγοι που συντηρούσαν την ευφορία και καλλιεργούσαν την εντύπωση ότι το χρηματιστήριο θα βρισκόταν σε μόνιμη άνοδο. Οσοι προειδοποιούσαν για τους κινδύνους αποκαλούνταν «Κασσάνδρες» και ελάχιστοι τους έδιναν σημασία. Μετά το Μεγάλο Κραχ οι ρόλοι αντιστράφηκαν: οι «Κασσάνδρες» έγιναν προφήτες και πολλοί πλούσιοι έγιναν φτωχοί μέσα σε μία ημέρα.

Η πτώση συνεχίστηκε σταθερά για χρόνια και οι μετοχές έχασαν ως και το 90% της αξίας τους. Το κραχ του 1929 έχει μείνει τόσο βαθιά εντυπωμένο στη συλλογική μνήμη εν μέρει επειδή επέσπευσε τη Μεγάλη Υφεση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και έπληξε για μία δεκαετία όλες τις βιομηχανοποιημένες χώρες. Την καταστροφή των μεμονωμένων επενδυτών ακολούθησαν η πτώχευση τραπεζών και η μείωση της ζήτησης για αγαθά ­ άρα και της παραγωγής ­ σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην Ελλάδα η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου ένιωσε για τα καλά τις επιπτώσεις από το κραχ: η ελληνική οικονομία επλήγη επειδή βασιζόταν στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, για τα οποία μειώθηκε η ζήτηση, και στα εμβάσματα των μεταναστών, τα οποία άρχισαν να στραγγίζουν.

Ωστόσο το κραχ του 1929 είχε, σύμφωνα με τον οικονομολόγο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ, μια «θεραπευτική» επίπτωση: έμεινε με ξεχωριστό τρόπο στη μνήμη του κόσμου και έτσι τις επόμενες δεκαετίες οι αγορές τίτλων χαρακτηρίστηκαν από τάξη. Χρειάστηκαν όμως 25 χρόνια για να ξαναπάρουν οι μετοχές την αξία που είχαν πριν από το κραχ: μόνο το 1954 κατάφερε ο Dow Jones να φθάσει στα επίπεδα του φθινοπώρου του 1929 ­ ενώ μετά τη «Μαύρη Δευτέρα» του 1987 χρειάστηκαν μόλις δύο χρόνια για να σκαρφαλώσει ξανά η τιμή πολλών μετοχών στα προ του κραχ επίπεδα. Η «φούσκα της Ν. Θάλασσας»

Οπως ο Τζόζεφ Κένεντι αποδείχθηκε εξαιρετικά διορατικός το 1929, έτσι και ο μεγάλος επιστήμων Ισαάκ Νεύτων προέβλεψε το 1720 ότι θα έσπαγε η «φούσκα» της Εταιρείας της Νότιας Θάλασσας (South Sea Company) και πούλησε εγκαίρως τις μετοχές του αποκομίζοντας το σημαντικό για την εποχή κέρδος των 7.000 στερλινών. Σύντομα όμως καταλήφθηκε από μια «παράλογη έξαψη», όπως την περιέγραψε, και επανατοποθέτησε τα χρήματά του στις ίδιες μετοχές. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσει 20.000 στερλίνες όταν τελικώς η «φούσκα» έσκασε. Ετσι ο εφευρέτης του νόμου της βαρύτητας «ανακάλύψε» με τον χειρότερο τρόπο τους νόμους του χρηματιστηρίου.

Η Εταιρεία της Νότιας Θάλασσας ιδρύθηκε το 1711 για να επιδοθεί στο εμπόριο, κυρίως σκλάβων, με τη Λατινική Αμερική. Οι μετοχές της άρχισαν να γίνονται ανάρπαστες επειδή οι επενδυτές πίστευαν ότι η εταιρεία θα εξασφάλιζε το μονοπώλιο στο εμπόριο με τη Λατινική Αμερική. Τελικώς η συμφωνία που υπεγράφη με την Ισπανία, η οποία ήλεγχε τότε την ήπειρο, ήταν πολύ λιγότερο ευνοϊκή από τις προσδοκίες: η Μαδρίτη επέβαλε φόρο στο εμπόριο σκλάβων και επέτρεψε στην εταιρεία να στέλνει μόνο ένα πλοίο τον χρόνο στη Λατινική Αμερική. Η επιτυχία του πρώτου ταξιδιού, το 1717, ήταν μέτρια αλλά η εμπιστοσύνη προς την εταιρεία ενισχύθηκε όταν την ανέλαβε προσωπικά ο βασιλιάς Γεώργιος Α' της Βρετανίας.

Η αξία των μετοχών της συνέχισε να ανεβαίνει και η επιτυχία της γέννησε άλλες 100 εταιρείες, οι οποίες ήλπιζαν ότι θα επωφελούνταν από την ανοδική πορεία των τιμών. Πολλές από τις εταιρείες αυτές πουλούσαν «αέρα κοπανιστό» ­ ήταν λ.χ. εταιρείες ασφάλισης αλόγων ή κατασκευής νοσοκομείων για την ανατροφή νόθων παιδιών. Το 1720 η κυβέρνηση ψήφισε τον «Νόμο της Φούσκας» προκειμένου να βάλει τέρμα σε αυτή την κατάσταση, όχι τόσο για να προστατεύσει τους αφελείς όσο για να εξασφαλίσει το κερδοσκοπικό μονοπώλιο της Εταιρείας της Νότιας Θάλασσας. Οι μετοχές της τελευταίας συνέχισαν να ανεβαίνουν: από τις 128 στερλίνες τον Ιανουάριο του 1720 ξεπέρασαν τις 1.000 στερλίνες τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς.

Το τέλος δεν άργησε να έρθει. Αρχισε όταν τα ανώτατα στελέχη της εταιρείας πούλησαν τις μετοχές τους για να εκταμιεύσουν τα κέρδη τους και κορυφώθηκε στο τέλος του 1720, όταν οι μετοχές άξιζαν μόλις 124 στερλίνες. Οι αγανακτισμένοι επενδυτές έκαναν δημόσιες συγκεντρώσεις και ζητούσαν την παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων της Εταιρείας της Νότιας Θάλασσας. Αλλά όπως παρατήρησε πολύ εύστοχα έναν αιώνα αργότερα ο Τσαρλς Μακ Κέι, συγγραφέας του βιβλίου Ασυνήθιστες λαϊκές πλάνες και η τρέλα των μαζών, «κανείς δεν φαντάστηκε ότι το ίδιο το έθνος ήταν τόσο ένοχο όσο η εταιρεία. Κανείς δεν κατηγόρησε την ευπιστία και τη φιλαργυρία του λαού, την ταπεινωτική λατρεία του κέρδους». Το κόλπο του «Μισισιπή»

Οι βρετανοί επενδυτές της Εταιρείας της Νότιας Θάλασσας είχαν παρασυρθεί από τον πυρετό του κέρδους παραβλέποντας το ουσιαστικότερο στοιχείο: ότι η εταιρεία δεν εξασφάλισε το πολυπόθητο μονοπώλιο στο εμπόριο με τη Λατινική Αμερική. Και ας είχε προηγηθεί, λίγους μήνες νωρίτερα, η ίδια σχεδόν ιστορία στην άλλη πλευρά της Μάγχης. Το 1716 ο Σκωτσέζος Τζον Λο εξασφάλισε από το παλάτι της Γαλλίας την έγκριση να ιδρύσει μια τράπεζα και να εκδίδει τραπεζογραμμάτια. Το μόνο που έλειπε ήταν μια πηγή εσόδων σε σκληρό νόμισμα η οποία θα στήριζε την έκδοση των τραπεζογραμματίων.

Η πηγή βρέθηκε: ήταν η εταιρεία Mississippi, που αργότερα μετονομάστηκε σε Compagnie des Indes. Η εταιρεία αυτή υποτίθεται ότι θα αποκτούσε τα αποθέματα χρυσού που υπήρχαν στην αμερικανική Πολιτεία της Λουιζιάνας. Αποδείξεις για την ύπαρξη χρυσού δεν υπήρχαν (ούτε έχει βρεθεί χρυσός ως σήμερα στη Λουιζιάνα), αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα για τους φρενιασμένους επενδυτές εκείνης της εποχής. Οταν η εταιρεία εξέδωσε μετοχές, η ανταπόκριση ήταν τεράστια. Σκηνές αλλοφροσύνης διαδραματίζονταν στον δρόμο του Παρισιού όπου βρισκόταν το χρηματιστήριο και λέγεται ότι γυναίκες πουλούσαν ακόμη και το κορμί τους για να αποκτήσουν χρήματα για την αγορά μετοχών. Κανείς δεν φαινόταν να απασχολείται με το γεγονός ότι τα τραπεζογραμμάτια που εξέδιδε η τράπεζα στην οποία ανήκε η εταιρεία δεν υποστηρίζονταν από χρυσό αντίστοιχης αξίας. Τον Ιανουάριο του 1720 οι μετοχές της εταιρείας άξιζαν 36 φορές περισσότερο από την αρχική αξία τους, παρ' ότι ούτε κόκκος χρυσού δεν είχε βρεθεί στη Λουιζιάνα.

Τον καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, λίγους μήνες πριν από το σπάσιμο της «φούσκας της Νότιας Θάλασσας» στη γειτονική Βρετανία, ήρθε το αναπόφευκτο τέλος στη Γαλλία. Λέγεται ότι όλα ξεκίνησαν όταν ο πρίγκιπας Ντε Κοντί αποφάσισε να στείλει τα τραπεζογραμμάτιά του στην τράπεζα για να τα εξαργυρώσει σε χρυσό. Πολλοί θέλησαν να τον μιμηθούν, θεωρώντας ότι ήταν προτιμότερο να κρατούν στα χέρια τους χρυσό παρά χαρτιά. Για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών, η τράπεζα μοίρασε φτυάρια σε ζητιάνους για να περιφέρονται στους δρόμους του Παρισιού παριστάνοντας ότι αναχωρούσαν για τη Λουιζιάνα για την εξόρυξη χρυσού. Οταν ο κόσμος αντιλήφθηκε ότι οι χρυσοθήρες αυτοί παρέμειναν ζητιάνοι στο Παρίσι, ένα αγανακτισμένο πλήθος συγκεντρώθηκε έξω από τα γραφεία της τράπεζας. Δεκαπέντε άτομα έχασαν τη ζωή τους στις συμπλοκές που ξέσπασαν τον Ιούλιο του 1720, ώσπου βγήκε μια ανακοίνωση ότι όχι μόνο οι μετοχές αλλά ούτε και τα τραπεζογραμμάτια μπορούσαν να ανταλλαγούν με χρυσό. Ανθρωποι που πίστευαν ότι είχαν γίνει εκατομμυριούχοι βρέθηκαν ξαφνικά πάμφτωχοι. Την ίδια τύχη είχε και ο Λο, που πέθανε αδέκαρος στη Βενετία. Τουλιπομανία

Οι Γάλλοι και οι Βρετανοί δεν είχαν πάρει κανένα μάθημα από το πάθημα των Ολλανδών έναν αιώνα νωρίτερα, όταν η τιμή του βολβού της τουλίπας ανέβηκε στα ύψη, για να καταρρεύσει παρασύροντας μαζί της πολλές περιουσίες. Οι τουλίπες εισήχθησαν στην Ευρώπη από την Τουρκία γύρω στο 1550 και σύντομα αναδείχθηκαν σε δημοφιλές, αν και ακριβό, λουλούδι. Η ζήτηση για τουλίπες διαφόρων χρωμάτων ξεπέρασε την προσφορά και οι τιμές των βολβών σπάνιων ποικιλιών εκτινάχθηκαν στα ύψη.

Ως το 1610 ένας και μοναδικός βολβός κάποιας νέας ποικιλίας τουλίπας (υπάρχουν 160 ποικιλίες) ήταν αρκετός για να προικίσει μια νύφη. Βολβοί λέγεται ότι ανταλλάχθηκαν με άμαξες, ακόμη και με μια ολόκληρη ανθηρή ζυθοποιία. Η μανία κορυφώθηκε στην Ολλανδία το διάστημα 1633-1637. Ως τότε το χρηματιστήριο του Αμστερνταμ, που είχε ιδρυθεί στις αρχές του αιώνα και ήταν το πρώτο στην Ευρώπη, συγκέντρωνε σοβαρούς επενδυτές. Δεν άργησε όμως να γίνει ο χώρος στον οποίο σημειώθηκε η πρώτη μεγάλη έκρηξη κερδοσκοπίας στην ιστορία. Πριν από το 1633 το εμπόριο τουλίπας ήταν ένας τομέας για καλλιεργητές και ειδικούς, αλλά η σταθερή αύξηση των τιμών των βολβών παρακίνησε πολλές οικογένειες της μεσαίας και της εργατικής τάξης να κερδοσκοπήσουν στην αγορά αυτή.

Σπίτια, κτήματα και επιχειρήσεις πουλήθηκαν ή υποθηκεύτηκαν προκειμένου οι ιδιοκτήτες τους να εξοικονομήσουν χρήματα για να αγοράσουν βολβούς οι οποίοι μπορούσαν εύκολα να καλλιεργηθούν και να προσφέρουν ακόμη περισσότερους πολύτιμους βολβούς. Οι βολβοί αγοράζονταν και πωλούνταν αμέσως σε ακριβότερη τιμή, ξανά και ξανά, χωρίς καν να έχουν ξεμυτίσει από το χώμα. Το χρηματιστήριο του Αμστερνταμ δημιούργησε ειδικούς χώρους για την αγοραπωλησία τουλίπας και σύντομα το μιμήθηκαν και άλλες ολλανδικές πόλεις. Ολοι συμμετείχαν στην τουλιπομανία: καλλιτέχνες, αγρότες, ευγενείς, υπηρέτες και καπνοδοχοκαθαριστές. Το 1636 ένας βολβός τουλίπας κόστιζε ως και 4.600 φιορίνια, ενώ ένα πρόβατο μόλις 10 φιορίνια.

Το αναπόφευκτο κραχ σημειώθηκε τον Φεβρουάριο του 1637, όταν εκφράστηκαν οι πρώτες αμφιβολίες για το αν η τιμή των βολβών θα συνέχιζε να αυξάνεται. Σχεδόν εν μια νυκτί η τιμή τους κατέρρευσε, γιατί ξαφνικά όλοι ήθελαν να πουλήσουν και κανείς να αγοράσει. Πολλές ολλανδικές οικογένειες καταστράφηκαν και η οικονομία της χώρας εισήλθε σε περίοδο ύφεσης. Η «Μαύρη Δευτέρα»

Το καλοκαίρι του 1987 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν όρισε τον Αλαν Γκρίνσπαν διοικητή της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ. Μόλις δύο μήνες αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του, το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης έπεσε 23% και η 29η Οκτωβρίου 1987 έμεινε στην Ιστορία ως «Μαύρη Δευτέρα». Περιουσίες εξαφανίστηκαν και επαναλήφθηκαν οι σκηνές που σημειώνονται έξω από κάθε χαμένο χρηματιστήριο, μη εξαιρουμένης της Σοφοκλέους: ορισμένοι επενδυτές επιτέθηκαν στους χρηματιστές τους κατηγορώντας τους για τη ζημιά που υπέστησαν.

Η υστερία που εξαπλώθηκε σε όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου (ο βρετανικός δείκτης FTSE έχασε 25% σε 48 ώρες) καλλιεργήθηκε και από τα δημοσιεύματα σοβαρών εφημερίδων, οι οποίες αμέσως μετά τη «Μαύρη Δευτέρα» άρχισαν να δημοσιεύουν γραφήματα με τις ομοιότητες μεταξύ των κραχ του 1929 και του 1987, ενώ επιφανείς οικονομολόγοι επιδίδονταν σε παρόμοιους παραλληλισμούς. Πολλοί προέβλεπαν ότι θα ακολουθούσε μεγάλη ύφεση, όπως το 1929. Διαψεύστηκαν.

Η διαφορά μεταξύ της «Μαύρης Δευτέρας» και του Μεγάλου Κραχ ήταν ότι στη δεκαετία του '80 η αμερικανική οικονομία αναπτυσσόταν ενώ στη δεκαετία του '20 συρρικνωνόταν. Οπως το τοποθέτησε πολύ γλαφυρά ένας από τους χρηματιστές της Γουόλ Στριτ, οι φόβοι του ότι θα ακολουθούσε περίοδος ύφεσης μετά τη «Μαύρη Δευτέρα» καθησυχάστηκαν όταν πετώντας επάνω από το Κλίβελαντ είδε τις υψικαμίνους των εργοστασίων να καπνίζουν. Η βεβαιότητά του ότι δεν θα ακολουθούσε ύφεση ενισχύθηκε όταν άνοιξε μια τοπική εφημερίδα του Κλίβελαντ και είδε ότι περιείχε 14 σελίδες με αγγελίες για ζήτηση εργατικών χεριών. Μόλις δύο χρόνια χρειάστηκαν για να καλύψουν οι περισσότεροι επενδυτές τις ζημιές τους. Στην πραγματικότητα η «Μαύρη Δευτέρα» είχε προβολή δυσανάλογη με τον πόνο που προκάλεσε.

Οι αιτίες του κραχ ήταν πολλές, αλλά η κυριότερη ήταν ότι η αγορά δεν είχε «διορθωθεί» επί έναν χρόνο και είχε διορθωθεί ελάχιστα τα προηγούμενα έξι χρόνια. Πριν από τη «Μαύρη Δευτέρα» πολλοί επενδυτές ανέμεναν από τις μετοχές τους μόνιμη απόδοση της τάξεως του 15%-20%. Το κραχ τούς δίδαξε «χρηματιστηριακό ρεαλισμό» και τους έκανε σοφότερους ­ ώσπου να ξεχαστεί το μάθημα και να έρθει μια νέα γενιά άπειρων επενδυτών.

Ανάμεσα στους χαμένους του 1987 ήταν και ο διάσημος χρηματιστής Τζορτζ Σόρος, ο οποίος είχε προβλέψει ότι επίκειτο κραχ αλλά το είχε τοποθετήσει στο Τόκιο (του οποίου το χρηματιστήριο επηρεάστηκε τελικώς λιγότερο από τα υπόλοιπα). Στους «κερδισμένους» αντιθέτως ανήκει ο κ. Γκρίνσπαν, του οποίου η φήμη ενισχύθηκε λόγω της επιτυχημένης παρέμβασής του για να αποσοβηθεί η κρίση. Οι τίγρεις της ΝΑ Ασίας

Η οικονομική κρίση της Νοτιοανατολικής Ασίας άρχισε τον Ιούλιο του 1997 με την υποτίμηση του μπατ, του νομίσματος της Ταϊλάνδης. Μετά την Ταϊλάνδη, οι λεγόμενες «ασιατικές τίγρεις», δηλαδή οι χώρες των οποίων οι οικονομίες ήταν ως τότε εξαιρετικά δυναμικές, άρχισαν να υποκύπτουν η μία μετά την άλλη. Μέσα σε έναν χρόνο τίποτε δεν είχε μείνει ίδιο στη Νοτιοανατολική Ασία. Στην Ινδονησία, που είχε εκπλήξει τους πάντες καταφέρνοντας να μειώσει δραστικά τη φτώχεια, το ποσοστό των φτωχών ανέβηκε από 11% σε 40%. Η Νότια Κορέα, το υπερήφανο νέο μέλος του κλαμπ των πλουσίων, μπήκε στην ουρά για δάνεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Εναν χρόνο μετά την κρίση τα νομίσματα των περισσότερων «τίγρεων» είχαν χάσει από 30% ως 70% της αξίας τους. Σήμερα οι ουρανοξύστες που έχουν μείνει μισοκτισμένοι σε πόλεις ανά την Ασία αποτελούν μια οδυνηρή υπενθύμιση της κρίσης του 1997.

Αλλά η οικονομική κρίση είχε ορισμένες θετικές επιπτώσεις: αποτέλεσε τον καταλύτη για να απαιτήσουν οι λαοί της περιοχής την εισαγωγή δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων και την πάταξη της διαφθοράς. Η Ταϊλάνδη, η πρώτη από τις «τίγρεις» που ανέβηκε και η πρώτη που κατέρρευσε, ήταν και η πρώτη που εισήγαγε μεταρρυθμίσεις στο διεφθαρμένο και νεποτιστικό σύστημά της. «Η κρίση μάς άνοιξε τα μάτια» δηλώνουν οι Ταϊλανδοί ­ αν και το μάθημα ήταν σκληρό: πολλές από τις 4.000 αυτοκτονίες που καταγράφηκαν στην Ταϊλάνδη το 1997 είχαν αιτία την κρίση. «Δεν είχαμε ιδέα για κοινωνικά δίχτυα ασφαλείας, τραπεζικές μεταρρυθμίσεις, πραγματική δημοκρατία. Το μόνο που κάναμε ήταν να αγοράζουμε και να δανειζόμαστε. Οι νεόπλουτοι αγόραζαν ακριβά αυτοκίνητα, 40 ζευγάρια παπούτσια, τα πάντα. Οταν η "φούσκα" έσκασε, ο κόσμος έμαθε να απαιτεί τα δικαιώματά του».

Πολλές ελίτ που κυβερνούσαν αυταρχικά τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας αναγκάστηκαν να παραδώσουν την εξουσία. Πιο γνωστό είναι το παράδειγμα της Ινδονησίας, όπου ο πρόεδρος Σουχάρτο, ο οποίος κυβέρνησε με σιδηρά πυγμή επί 30 χρόνια, ανατράπηκε από τις λαϊκές εξεγέρσεις. Ο Σουχάρτο είχε τον απόλυτο έλεγχο του στρατού και όλων των μοχλών της εξουσίας αλλά δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τον αναπάντεχο εχθρό που παρουσιάστηκε, την αγορά.

Σήμερα οι οικονομίες των περισσότερων «τίγρεων» δεν έχουν ακόμη ανακάμψει από την κρίση του 1997. Η κρίση όμως που ξεκίνησε από τα ασιατικά χρηματιστήρια δεν έγινε ποτέ παγκόσμια. Αν και κάποια στιγμή πολλοί φοβήθηκαν ότι θα εξαπλωνόταν σε όλα τα χρηματιστήρια, από τη Νέα Υόρκη και τη Φραγκφούρτη ως τη Λατινική Αμερική, οι φόβοι τους δεν επαληθεύτηκαν. Τα χρηματιστήρια ανά τον κόσμο υπέστησαν ένα μικρό σοκ, αλλά η κρίση περιορίστηκε τελικώς στην Ασία.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

«Χλιαρή» η ιρανική ανταπόκριση στην επίθεση φιλίας του Μπαράκ Ομπάμα - Στάση αναμονής στην Τεχεράνη - in.gr


Reuters Ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ σε φωτογραφία
Τεχεράνη

21/3/2009

Ο πνευματικός ηγέτης του Ιράν ανέλαβε να κάνει ένα ακόμα σχόλιο στην επίθεση φιλίας του Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.

Ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ είπε ότι δεν έχει δει ουσιαστική αλλαγή στη στάση της Ουάσινγκτον έναντι της Τεχεράνης, σημειώνοντας όμως: «αν δούμε αλλαγή, θα κρίνουμε».

Αναλυτικά ο Χαμενεΐ τόνισε: «Δεν έχουμε ακόμα καμία εμπειρία από τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ. Αν αλλάξετε τακτική, θα αλλάξουμε και εμείς.

» Προς το παρόν δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο. Μήπως μπήκε τέλος στο καθεστώς των κυρώσεων; Μήπως άλλαξε η τακτική σας έναντι των σιωνιστών; Πείτε μας πού και τι αλλάξατε. Αλλαγή στα λόγια δεν είναι αρκετή.»

Στο μήνυμά του ο Μπαράκ Ομπάμα πρότεινε στην Τεχεράνη «μια νέα αρχή» στις διμερείς σχέσεις.

«Η κυβέρνηση Ομπάμα μέχρι στιγμής μόνο μιλάει» τόνισε ο σύμβουλος του Ιρανού προέδρου στην πρώτη επίσημη αντίδραση εκ μέρους της Τεχεράνης.

Καλωσόρισε μεν το άνοιγμα Ομπάμα, όμως προειδοποίησε ότι δεκαετίες δυσπιστίας δεν μπορεί έτσι απλά να διαγραφούν.

Newsroom ΔΟΛ

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Μια «διευκόλυνση» που τελικά δεν θα γίνει μέσω Αστακού - Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ




Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ
Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009 07:00

Με διάθεση να υποβαθμίσει το ζήτημα της μεταφοράς αμερικανικού οπλισμού στο Ισραήλ, μέσω του λιμανιού στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, εμφανίσθηκε η κυβέρνηση, μετά την επιβεβαίωση των σχετικών πληροφοριών από το αμερικανικό Πεντάγωνο Γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της αντιπολίτευσης.

Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου αντισμήναρχος Πάτρικ Ράιντερ, δήλωσε πως η αμερικανική πλευρά εξέταζε ως πιθανή τοποθεσία για τη μεταφορά των πυρομαχικών από ένα μεγαλύτερο πλοίο που θα ερχόταν από τις ΗΠΑ το ελληνικό λιμάνι του Αστακού. Το αίτημα όμως προς τους ναυλωτές αποσύρθηκε για λόγους ασφαλείας, επειδή ο τελικός προορισμός του φορτίου, η πόλη Ασντόντ, βρίσκεται κοντά στη Γάζα.

«Η αποστολή μέσω του ελληνικού λιμένος του Αστακού δεν θα γίνει. Μπορώ να επιβεβαιώσω ότι η αποστολή πολεμοφοδίων αναβλήθηκε και η EUCOM (Αμερικανική Διοίκηση στην Ευρώπη) εξετάζει τις κατάλληλες ενέργειες για την παράδοση των αντικειμένων στην αμερικανική αποθήκη στο Ισραήλ», σημείωσε και αρνήθηκε να δώσει άλλες πληροφορίες.

Χθες το μεσημέρι, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Ευάγγελος Αντώναρος δήλωσε πως δεν έχει καμία διάψευση και ότι ισχύουν όσα είπε ο ίδιος ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης και η κα Ντόρα Μπακογιάννη, ως υπουργός Εξωτερικών. «Η ελληνική πλευρά δεν επέτρεψε καμία τέτοια μεταφορά», υποστήριξε.

Το ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε την κυβέρνηση για παροχή λανθασμένων και παραπλανητικών πληροφοριών και ο εκπρόσωπός του, Γιώργος Παπακωνσταντίνου σημείωσε ότι οι πολίτες μαθαίνουν την αλήθεια από το αμερικανικό Πεντάγωνο.

Το ΚΚΕ οργανώνει σήμερα συγκέντρωση διαμαρτυρίας στον Αστακό, στην οποίαν θα συμμετάσχει και η γ.γ. του κόμματος, Αλέκα Παπαρήγα.

Το ΚΚΕ σημείωσε πως «η ανακοίνωση του αμερικανικού Πενταγώνου εκθέτει την κυβέρνηση και την καθιστά υπόλογη στον ελληνικό λαό».

Ανάλογη εκδήλωση διαμαρτυρίας στον Αστακό θα οργανώσει αύριο ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, με τη συμμετοχή των κ.κ. Αλαβάνου και Τσίπρα.

Τσίπρας με το Συντονιστικό των Παλαιστινιακών Οργανώσεων: Ζητείται ανάκληση του Ελληνα πρέσβη στο Ισραήλ


Α. Τσίπρας: Η κυβέρνηση να πάρει πρωτοβουλίες για τη Γάζα.
Ο πρόεδρος του ΣΥΝ Αλέξης Τσίπρας, κάλεσε χθες την ελληνική κυβέρνηση να πάρει πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο, για να σταματήσει η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα.

Ο κ. Τσίπρας -συναντήθηκε χθες με το Συντονιστικό των Παλαιστινιακών Οργανώσεων στην Ελλάδα- σημείωσε πως η κυβέρνηση πρέπει «να ανακαλέσει τον πρεσβευτή μας στο Ισραήλ. Να ακυρώσει τη συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ. Και κυρίως να σταματήσει κάθε σκέψη για παροχή διευκολύνσεων στη στρατιωτική αυτή επίθεση από τα λιμάνια και τα αεροδρόμια της χώρας μας».

Ο ίδιος έκανε λόγο για «γενοκτονία» σε βάρος του παλαιστινιακού λαού, η οποία «δεν γίνεται, όπως μας λένε, προκειμένου να εξοντωθεί η ηγεσία της Χαμάς, αλλά για να εξοντωθεί η ίδια η ιδέα της ύπαρξης του παλαιστινιακού κράτους».

Εξάλλου, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέκος Αλαβάνος, κατέθεσε επίκαιρη ερώτηση προς τον πρωθυπουργό, με την οποίαν καλεί τον κ. Κ. Καραμανλή να δηλώσει «εάν μπορεί να διαψεύσει κατηγορηματικά τις ανησυχητικές και ιδιαίτερα επίμονες πληροφορίες ότι ελληνικά λιμάνια χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά πολεμικού υλικού του Ισραήλ με προέλευση τις ΗΠΑ ή άλλες χώρες».

Boήθεια από την Εκκλησία της Ελλάδας

Την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στην περιοχή της Γάζας αποφάσισε χθες η Διαρκής Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας.

Η Ιερά Σύνοδος εξέφρασε τη λύπη και τον αποτροπιασμό της για τα γεγονότα και ευχήθηκε να ειρηνεύσει η κατάσταση στην περιοχή αυτή. Αποφασίσθηκε η συγκέντρωση τροφίμων (αλεύρι, ρύζι, νερό) και χρημάτων για την αγορά φαρμάκων.


--------------------------------------------------------------------------------

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

"WHAT HAPPENS IN WAR, HAPPENS"

In 2004, photographs of abuses at Abu Ghraib shocked the world. Seven people were charged, but the face of the scandal will always be Lynndie England, the 21-year-old private grinning at the camera. Emma Brockes meets her

Emma Brockes

The Guardian,
Saturday 3 January 2009




US army private first-class Lynndie England in 2005. Photograph: LM Otero/AP


The road to Fort Ashby, West Virginia, runs through Mineral County, an area of freezing grey farmland and barrack-style bungalows, where the sign outside the bar - "Hunters welcome" - has an unnerving effect on the passing non-hunter. In Cindy's coffee shop, customers speculate on the whereabouts of a lost cow and tell a weird Republican joke about the noise a chicken makes when its head is cut off: "Barack-Obama!, Barack-Obama!" Lynndie England has lived in Fort Ashby since she was two, but when she appears, suddenly, in the car park, her outline is crooked with self-consciousness. She grew her hair for a while, but people recognised her anyway, so she cut it short again.

The last time journalists came to Fort Ashby in any number, they upset residents by portraying it as "a giant trailer park". There are two bars, two banks, a fire station, a school and a bookshop - the woman who runs the latter says, "I've no sympathy for what she did, but people behave differently in war than they do in their chairs at home, watching it on TV."

It is almost two years since England returned home after serving half of a three-year sentence for maltreating prisoners at Abu Ghraib. In mid-December, a report by the Senate armed services committee concluded that, contrary to the US government's assertion that a few "bad apples" were to blame for abuses at the prison, responsibility ultimately lay with Bush officials, including the defence secretary Donald Rumsfeld, for policies that "conveyed the message that physical pressures and degradation were appropriate treatment for detainees". (A spokesman for Rumsfeld rejected the findings as "unfounded allegations against those who have served our nation".

Whatever the official findings, the face of the scandal will always be that of the then 21-year-old Private Lynndie England. She wasn't the only woman soldier in the photographs - Sabrina Harman and Megan Ambuhl were both court martialled for their roles - but England was the most arresting looking, like a 14-year-old boy who shouldn't have been there in the first place. Her legal defence, that she was unduly influenced by Specialist Charles Graner, the father of her child and the only soldier still serving time for abuses at Abu Ghraib, was compounded outside the courtroom by assumptions about her background; that she came from a place where people didn't know better.

England is now 26 and spends her days looking for a job, caring for her son and trying to avoid running into people she went to high school with. In the frigid air outside the coffee shop, she talks to her lawyer, Roy, and looks away when I approach. Roy is a Gulf war veteran and assistant county prosecutor who, since her release, has acted as England's chaperone and press agent. Roy suggests we drive in convoy to the bar where hunters are welcome and where the interview will proceed.

After her release, England moved back in with her parents. Her sister, Jessie, lives with her family in the trailer opposite. England and her four-year-old son, Carter, sleep in a single bed customised from the bunk beds she and Jessie slept on when growing up.

"Everybody always wants to know about the trailers," Roy says. Although it's midday, the windows in the bar are shuttered and in a couple of hours the patrons will be drunk enough to come over to England and start offering their opinions. Roy shrugs: "For the most part, it's just low-income housing."

"Well, you know what?" England says. "In New York - I've never been to New York, but I've heard people say - there's apartments there where people pay $1,500 a month for something smaller than a trailer. We only pay $200. And they look down on us. It's like, you're stupid."

Her attempts to find a job have so far been unsuccessful. Most of the fast-food joints in the area won't employ felons, and when she goes for an administrative job, she makes it to the second interview before word gets back that the staff would feel uncomfortable working with her.

Her mother works at a manufacturing plant on a shift that finishes at 11.30pm; her father is a maintenance man on the railway, doing nightshifts from 11pm-7am. Her brother, Josh, is a corrections officer at the local prison.

"Isn't that funny?" Roy says and grins. He looks at England.

She is still loath to go out in public. For the first few months after the story broke, England shopped late at night to avoid being recognised. "I was nervous about going into Cindy's and meeting you all this morning. I was sitting there waiting for Roy to turn up." I ask if she got much hate mail and she says that, yes, while she was in jail, fan mail addressed to The England Family, Fort Ashby, piled up at her parents' home. "I opened all of them. I still have them. They came from all over the world. A lot of mail actually came from overseas: Germany, England, France." She smiles and then looks doubtful, as if she has perhaps said the wrong thing.

George Washington took his troops through Mineral County in 1755, and the fort he built still stands, opposite the primary school. It's a historic area, with a proud Appalachian culture that locals resign themselves to being misunderstood. Hunting is a big feature - England shot her first squirrel at the age of 13. I ask what she did with it and she looks at me as though I'm slow. "Put it in a stew." As a felon, she is prohibited from owning or using a gun again. "That pissed me off; made me so mad." What she liked about hunting, she says, was "the going out, being in the woods. Time to think, being out in nature. I love it. Now I can't do that."

The circumstances in which England and her fellow soldiers of the 372nd Military Police Company found themselves in October 2003 are well known by now. They were posted to Iraq from Kuwait earlier that year and first stationed at Al Hillah, 60 miles south of Baghdad. In the autumn of 2003, they were moved to Abu Ghraib, the prison where inmate numbers had swelled from 700 in the summer to 3,000, and then to 7,000 without anything like the necessary gain in staff. Janis Karpinski, the commanding officer in charge of the prison and 14 others in Iraq, described the situation as "understaffed, overwhelmed and harried".

It would be the testimony of England, Graner and the five other soldiers identified in the photos that when they arrived at the prison, the abusive practices - keeping inmates naked, making them wear female underwear and crawl on the floor - were already established in some form as part of pre-interrogation "softening up" techniques approved by military intelligence officers. In the Taguba report, the official inquiry into abuse at Abu Ghraib, Karpinski was criticised for her poor leadership and demoted from brigadier general to colonel, but no officer higher in rank than a sergeant was convicted of wrongdoing. Karpinski said she knew nothing about the abuse and that those parts of the prison had been removed from her control and handed to military intelligence. She called England an "impoverished, undereducated young woman" whom it was absurd to blame for acting independently. She suggested she had latched on to Graner as a protector and "father figure".

England's sense of persecution is so advanced at this stage that the question of whether or not she is contrite has almost no meaning. In the most notorious photo, she holds a leash with a naked man crawling out of his cell on the end of it. In another, she makes the thumbs up sign behind a human pyramid. In another, she grins at a naked prisoner as he is forced to simulate masturbation.

After the photos came out, people looked at England's childhood for some kind of explanatory episode, an early demonstration of cruelty, or else evidence that she had herself been abused. While Graner, the ringleader and the man who took some of the photos, has had three court orders secured against him by his ex-wife for alleged domestic violence, England, 10 years his junior, barely had a backstory at all. She was, she says, only in trouble at school once, when a boy in her science class talked her into writing a letter making fun of the teacher. "And I apparently left it on the floor in the classroom. She knew the handwriting. I was, like, he made me do it."

She says her mother once hit her so hard with a table tennis bat that it broke, but considers that normal for West Virginia. "I mean, yeah, we were brought up right. If we were out of line, we got spanked. We got privileges taken away. We had to do chores, dishes. Mow the grass."

In her trial, it came out that as a young child England was diagnosed with "selective mutism" and had a learning disability, but she graduated along with the rest of her class. "I was friends with everyone. You get to the teenager thing and you're starting to get into your little groups and stuff, and I was friends with everybody. Each group - goths, alternative - I had friends in every group." A former teacher of England's at Frankfort High said there was only one word to describe her presence in his classroom: "Invisible."

England's first job out of school was as a cashier, and then for nine months she worked at the local chicken factory. She worked in "spray down" and evisceration - "when the blood is let out and they go through the steamer, get the feathers out and clean 'em, all by hand" - and then in marination. "Regular seasoning, garlic and onion. Every time I smell that now..." She makes a face. "Can you imagine a 200-gallon tank?" It paid $9 an hour, with an extra 50 cents for marination, and after three months she was promoted to the role of trainer. "I liked the work, because I could do it well," she says.

Roy interrupts: "They have such a turnover there, that if you can stick it out, you rise quickly."

England looks annoyed. "What are you saying?"

"I'm just saying that if you stick it out..."

"I was good at my job," says England.

At some point she noticed that some of the rules were being broken - when people dropped meat, say, they'd put it back on the conveyor belt. She told her manager, who said he'd look into it. "And a month later, when nothing had changed, I quit."

Whistle-blowing at a chicken factory does not, of course, contradict the basic principles of chicken processing in the way that whistle-blowing in the army might conflict with the training that precedes it. "In war, you don't rat on your buddies. There were only seven of us charged, but believe me, there were a lot more behind the pictures. But we didn't rat anybody out."

She is keen to emphasise how well she got on with Iraqis in the early part of her deployment. "We'd go to the ice-cream shop, we'd hang out there with the locals, learn about their customs, and they were interested in ours. A lot of the stuff was really cool."

When she got to Abu Ghraib, she was assigned to administrative duties and had no cause to be in the cellblocks, except that she was hanging out with Graner. She found the scene down there odd. "When we first got there, we were like, what's going on? Then you see staff sergeants walking around not saying anything [about the abuse]. You think, OK, obviously it's normal." Graner, too, was initially disturbed, and is on record as having raised some objections. "When he first started working on that wing, he would tell me about it and say, 'This is wrong.' He even told his sergeant and platoon leader. He said he tried to say something. But everyone is saying it's OK to do it and getting pats on the back."

There have been suggestions that they wouldn't have treated the prisoners that way if they had been white. England looks extravagantly outraged. Roy says, "That's the first time I've heard that. One of the guys convicted was African-American. I don't remember any overt racism. You're in a war, and you're the good guys and they're the bad guys, and that's how most Americans see the world. And those were the bad guys."

Most of the people in Abu Ghraib were released without charge. Karpinski estimated that 90% of detainees in the prison were innocent. Before England can comment, Roy says, "In the pyramid, all the guys had been rounded up after rioting and shooting an American guard. There were some others who were released, but these guys were bad guys. They may not have been the insurgents, but they'd done some things they shouldn't have done."

England says, "They were screaming, we fucking hate you, we're gonna kill you, blah blah."

Did she see any women prisoners? "At one point we had four. Oh my God, this one, she was crazy. They had to take her to the loony bin. We called her the wolf lady coz she had all this hair." She starts laughing. "She was screaming and whatever."

Did she see any photos with women prisoners in them?

Roy says, "The only thing I know is that someone got in trouble because he had had some contact with one of them."

England snorts and says, "His dick had some contact."

It was in Al Hillah that England and Megan Ambuhl got into the habit of hanging out with Graner when he was on duty and they weren't. At other times, they'd watch DVDs and drink: "Raw drink. They were selling it cheap. We would get like a fifth of whisky, 10 bucks. I was like, get the fuck out of here! I'll tell you what, you could not drink it straight. So what we would do is buy grape soda and mix it in, and after one cup you'd be like ... it was not regular whisky, I tell you. Crazy."

At this point Ambuhl was seeing another soldier in the company and the two of them, with England and Graner, effectively double dated. I say Ambuhl was smart to keep herself out of most of the photos. England snaps: "She didn't plan that. It just happened. She wasn't clever. She's a pothead. She was just there. She wasn't in a lot of photos because she didn't want to be. She would just walk away." At this point a man from the bar staggers over and says to England, "Good going! Damned good thing! When you were in Abu Ghraib, you shoulda cut 'em all off." He makes a castrating motion with two fingers.

England says, "Shit, I don't - " She grins awkwardly. "Thanks."

Roy looks at me and says, "Did you understand that?"

Yes, I say.

"I want that in the interview. She gets that all the time."

England looks depressed.

Why didn't she walk away from the photos? "I didn't want them. But he was so persistent. Go on! Just for me! If you loved me, you'd do it. I'm like, gee, OK just take the damned picture."

There were other pictures Graner took, of him having anal sex with her, of her simulating sex with a drunk, passed out soldier. She says he wasn't ever violent, just manipulative. "They said in the trial that authority figures really intimidate me. I always aim to please. They said that one of the reasons Graner easily intimidated me was because I saw him as an authority figure. So I was really compliant."

Her mother was furious that England was naive enough to have been influenced by Graner. "She used to be a really nice person, really loving. That's gone. The whole thing with me totally destroyed that." Does she feel guilty about that? She looks sulky. "It's her own fault. I mean for real, she reacted like it was happening to her. She was, like, you don't know how I feel. I said, 'How d'you think I feel?' I said, 'This is happening to me.'"

Her father, 49, hasn't spoken publicly. "He didn't tell us how he was feeling. But he took his feelings out in another way and we won't go there." She looks at Roy.

Like what? Did he break something?

She starts laughing. "Yeah. He pretty much broke up a 30-year marriage." While England was in prison, it came to light that her father had been conducting a 17-year affair with a local woman. "My mum's the one who broke her hand on his face. He never hit her after she beat the hell out of him. She took a baseball bat to him and he caught it and took it, but he never hit her."

They got divorced - "Roy was my mum's lawyer" - but are back together again now. What's the atmosphere like in the trailer? England sighs. "I'm glad I'm on medication."

It was only during Graner's trial that England found out that all along he had been two-timing her with Ambuhl. The two of them are now married. (Graner recently asked for a DNA test to prove that Lynndie's son is his, having always denied it. "I said in an interview that he'd never see Carter, so just coz I said that, he probably thought, 'Oh, I'll see him. I'll get visitation rights.' To prove me wrong.")

Graner was sentenced to 10 years. When she was serving her own sentence, did it change her view of how she'd treated the prisoners in Iraq? Did she feel more sympathy for them?

She shakes her head. "I mean, I had a lot of time to think about it after the trial and what I'd learned. Thinking back ... I don't want to say I matured more, but I realised that I was so naive and trusting. But what happens in war, happens. It just happened to be photographed and come out. Of course, a lot of people said if you guys had just shut up or killed them, there wouldn't have been any trouble. I could think of it like that, but ... I mean, I don't even know how to describe it. They were the enemy. I don't want to say they deserved what they got, but they ... um." There is a long pause. "They ... This is my problem. I can't think of words."

England was told by a psychologist that she is a "visual", not a "verbal" person, and has a heightened "visual analytical system". "He said he had never seen that. Maybe 100 kids in the US have this ability. That's one of the reasons I was so good at the chicken plant, coz it's so visual. You're looking for bruises, or feathers or blood. That's why I moved up so quick. I was good with the visual stuff. Hand-eye coordination. Grading everything. That's why I was a trainer so fast. I didn't know anything of that till my trial."

She has a lot of nightmares. She is on antidepressants, for which the military pays at the moment and which she's worried she won't be able to afford after her official discharge. "I probably need to be on something for the rest of my life."

It is England's rather than Graner's face that will be remembered. The photographer invites England to accompany him for photos, but she is reluctant; she lingers at the table and fidgets. Roy jokes, "How about I find you a hood and some wires?"

England laughs, mirthlessly. "You know me too well." We do some shots and then go outside, while Roy stays in the bar. England talks about hunting. We walk on some derelict land behind the bar and look out at the trailer park. She talks about her childhood. "We ran and jumped and cursed, just because we could," she says, in that odd mocking tone. Afterwards, we go back to the bar and England stands, deflecting interest, waiting for permission to leave.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

U.S.: India prepared for strike on Pakistan - Οι ΗΠΑ πιστεύουν ότι η Ινδία ετοιμάζει επίθεση στο Πακιστάν - CNN


One U.S. official said India's air force "went on alert" following the attacks in Mumbai.


CNN
15/12/2008

From Barbara Starr
CNN Pentagon Correspondent

WASHINGTON (CNN) -- The United States believes that India's air force began preliminary preparations for a possible attack against Pakistan in the immediate aftermath of the recent massacre in Mumbai, CNN has learned.


One U.S. official said India's air force "went on alert" following the attacks in Mumbai.

Three Pentagon officials have individually confirmed to CNN that the United States has information indicating that India began to prepare air force personnel for a possible mission.

The officials offered very few details, but one said India's air force "went on alert." This is the first publicly known indication that perhaps the two nuclear powers were closer to conflict in the days after the Mumbai attacks than previously acknowledged.

A second official said the United States concluded these preliminary preparations would have put India quickly in the position to launch airstrikes against suspected terrorist camps and targets inside Pakistan. During these preparations, a number of senior U.S. officials were urging India to exercise restraint -- which apparently it did.

Wing Cmdr. Mahesh Upasani, an Indian air force spokesman, said the service had no comment on the report. Watch Miss Pakistan talk about the Mumbai attacks »

Since the Mumbai attacks, Pakistani security forces raided a camp near Muzaffarabad, the capital of Pakistani-controlled Kashmir, according to military sources. It was the first sign of government action against Lashkar-e-Tayyiba -- the Pakistan-based Islamic militant group India says was behind the killings of more than 160 people in Mumbai -- since the attacks.

Also, Pakistani authorities have banned a charity linked to last month's Mumbai attacks and placed its leader under house arrest. The move came after the U.N. Security Council designated the charity, Jamaat-ud-Dawa (JuD), a terror organization because of its links to Lashkar-e-Tayyiba.

Indian police say the only surviving suspect, identified by Indian authorities as 21-year-old Mohammad Ajmal Kasab, is from Pakistan's Punjab province and the nine other alleged attackers were also from Pakistan. Pakistani officials have denied that assertion, blaming instead "stateless actors."

Until now, the Bush Administration has publicly said it saw no signs of military movement by India and no indication that the Indian government was preparing any type of retaliation.


The Pentagon officials broadly described the activity as checking on the status of crews, fighter jets and weapons that were available. The extent of the reported preparation was not immediately known.

Also, one of the Pentagon officials confirmed that the United States has intelligence indicating a single Indian aircraft violated Pakistani airspace twice on Saturday. The United States believes the incursion was inadvertent, the official said, adding that there is no information to indicate it was planned.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

O 44oς Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών - ΑΝΤ1








Πηγή:ANT1
Δημιουργία:19/11/2008


Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής άλλαξαν σελίδα μετά τις εκλογές της 4ης Νοεμβρίου 2008, οι οποίες είναι βέβαιο ότι θα μείνουν στην ιστορία, μιας και το αποτέλεσμά τους επεφύλασσε πολλές πρωτιές για τη χώρα και τον ίδιο τον πρόεδρό της.

Ο Μπαράκ Χουσεΐν Ομπάμα είναι ο πρώτος αφροαμερικανός πρόεδρος στην ιστορία του αμερικανικού έθνους, ο πρώτος αφροαμερικανός που έλαβε χρίσμα από μεγάλο πολιτικό κόμμα, ο πρώτος μετά τον Τζίμι Κάρτερ, το 1976, που κατέκτησε την πλειοψηφία των ψήφων, σε μεγαλύτερο μάλιστα αριθμό από αυτόν του Λ. Τζόνσον στις προεδρικές εκλογές του 1964, αλλά και εκείνος που ανέβασε σε πρωτοφανή επίπεδα την προσέλευση των ψηφοφόρων στις κάλπες.

Ο 44ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής αναλαμβάνει καθήκοντα στις 20 Ιανουαρίου του 2009 και όπως ο ίδιος δηλώνει: «ο δρόμος μπροστά θα είναι μακρύς. Το μονοπάτι δύσβατο». Ο 47χρονος νεοεκλεγείς πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι η ενσάρκωση του ονείρου του αγωνιστή του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και έχει παραλληλισθεί με τον Τζον Κένεντι για το χάρισμα και την ελπίδα της αλλαγής που πρεσβεύει.

Σε μια χώρα όπου οι μαύροι δεν απολαμβάνουν πολιτικών δικαιωμάτων παρά εδώ και μισό αιώνα, ο υποψήφιος των Δημοκρατικών ακολούθησε μια υποδειγματική πορεία και ενσαρκώνει το πρόσωπο μιας ανανεωμένης Αμερικής, συμφιλιωμένης με τον εαυτό της.

Ποιος όμως είναι ο Μπαράκ Ομπάμα, που ήρθε να ταράξει τα νερά στην πολιτική ζωή των Η.Π.Α;

Γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1961 από Κενυάτη πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Χονολουλού, ενώ για τέσσερα χρόνια έζησε στην Τζακάρτα με τη μητέρα του και τον Ινδονήσιο πατριό του. Ο Μπαράκ αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια και τη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ, ενώ εργάστηκε μεταξύ άλλων ως λέκτορας πανεπιστημίου και δικηγόρος αρμόδιος για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παντρεύτηκε το 1992 με την Μισέλ και έχει δύο κόρες, τη 10χρονη Μάλια και την 7χρονη Σάσα. Έχει γράψει δύο βιβλία, ένα με τα απομνημονεύματα της παιδικής του ηλικίας και τιτλοφορείται Dreams from My Father και ένα στο οποίο παραθέτει την προσωπική του άποψη για την αμερικανική πολιτική σκηνή και φέρει τον τίτλο The Audacity of Hope,.

Από το 1997 ως το 2004 υπηρέτησε στη Βουλή του Ιλινόις, ενώ η προσπάθειά του να εκλεγεί βουλευτής το 2000 απέτυχε, και τρία χρόνια μετά ανακοίνωσε ότι θα διεκδικούσε το αξίωμα του γερουσιαστή. Την επόμενη χρονιά, ενώ ήταν ήδη βουλευτής του Ιλινόις, απηύθυνε ομιλία στο Εθνικό Δημοκρατικό Συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος, το 2004. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους εξελέγη μέλος της Γερουσίας των ΗΠΑ με 70% των ψήφων.

Τρία χρόνια μετά ανακοίνωσε επίσημα την πρόθεσή του να είναι υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές του 2008, με όραμά του να τερματίσει τον Πόλεμο στο Ιράκ και να διατηρηθεί η ισχυρή στρατιωτική παρουσία της Αμερικής.

Η προεκλογική περίοδος

Ο Μπαράκ Ομπάμα, έχοντας ως κύρια αντίπαλό του στην κούρσα για το χρίσμα, τη Χίλαρι Κλίντον, πάλεψε σκληρά για τη νίκη, χωρίς ωστόσο να έχει αρχικά το επιθυμητό αποτέλεσμα, μιας και οι δυο τους αναδείχθηκαν ισόπαλοι στις τέσσερις πρώτες προκριματικές εκλογές. Ο Ομπάμα κέρδισε στην Αϊόβα και στην Νότια Καρολίνα, ενώ η Κλίντον πήρε την πρωτιά στο Νιου Χαμσάιρ και στη Νεβάδα.

Ωστόσο, ο Ομπάμα είχε κερδίσει ένα άλλο μεγάλο στοίχημα, αυτό της νεολαίας, μιας και η νίκη του στην Αϊόβα χαρακτηρίστηκε από τη στήριξη που του παρείχαν οι ψηφοφόροι ηλικίας κάτω των 30 ετών. Μέριλαντ, Βιρτζίνια και Ουάσιγκτον «περιήλθαν» στα χέρια του στις 12 Φεβρουαρίου, ενώ λίγες ημέρες αργότερα κέρδισε στη γενέτειρά του, Χαβάη και στο Ουινσκόνσιν. Ο ίδιος αναδείχθηκε νικητής, επίσης, σε Ουαϊόμινγκ και Μισισίπι.

Αργότερα, όμως, ήρθαν και ήττες, και συγκεκριμένα σε έξι πολιτείες εκ των εννέα που διεκδικούσε στις προκριματικές εκλογές. Ήταν όμως σειρά για τη Βόρεια Καρολίνα και το Όρεγκον να περάσουν στον Ομπάμα. Και παρ ότι η Χίλαρι πέτυχε μεγάλη νίκη στις προκριματικές του Πουέρτο Ρίκο, την 1η Ιουνίου, ο Ομπάμα συνέχισε να προηγείται. Στις 3 Ιουνίου η Κλίντον κέρδισε στη Νότια Ντακότα και ο Ομπάμα στη Μοντάνα, ενώ με καταμετρημένες όλες τις πολιτείες, ο Ομπάμα συμπλήρωσε τους 2.118 εκλέκτορες και έλαβε το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος για τις προεδρικές εκλογές. Έτσι έγινε ο πρώτος αφροαμερικανός που έλαβε χρίσμα από μεγάλο πολιτικό κόμμα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ομπάμα βάσισε την προεκλογική του εκστρατεία στην «ενότητα» των Αμερικανών και στο όραμα της ανανέωσης του αμερικανικού ονείρου. «Επέλεξα να θέσω υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές σε αυτή τη στιγμή της ιστορίας διότι πιστεύω βαθειά ότι δεν μπορούμε να επιλύσουμε τα προβλήματα της εποχής μας, παρά μόνο μαζί», είχε δηλώσει.

«Δεν υπάρχει μια αριστερή και μια συντηρητική Αμερική, υπάρχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Δεν υπάρχει μια μαύρη, μια λευκή, μια λατίνα ή μια ασιατική Αμερική. Υπάρχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής...είμαστε ένα». Με αυτά τα λόγια κέρδισε την εκτίμηση αλλά και την ψήφο των Αμερικανών.

Μεγάλη νίκη και διεθνή σχόλια

Η θριαμβευτική εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στον προεδρικό θώκο των Ηνωμένων Πολιτειών έγινε αποδεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό από σύσσωμο τον ευρωπαϊκό πολιτικό κόσμο, αλλά και από την παγκόσμια κοινή γνώμη.

Ο γερουσιαστής της Αριζόνας και υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού κόμματος για τις προεδρικές εκλογές του 2008, Τζον Μακ Κέιν αποδέχθηκε την ήττα του από τον αντίπαλό του Μπαράκ Ομπάμα τον οποίο και συνεχάρη για την εκλογή του ως 44ο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. «Φθάσαμε στο τέλος ενός μεγάλου ταξιδιού», ξεκίνησε την ομιλία του ο Μακ Κέιν στο κεντρικό εκλογικό του κέντρο στο Φοίνιξ της Αριζόνας. «Ο Αμερικανικός λαός μίλησε και μίλησε με απόλυτη σαφήνεια» τόνισε ο Τζον ΜακΚέιν.

Ο Τζορτζ Μπους υποσχέθηκε στο διάδοχό του μια «πλήρη συνεργασία» της κυβέρνησής του κατά τη μεταβατική περίοδο, ενώ η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών Κοντολίζα Ράις χαρακτήρισε «συναρπαστική» την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα στον Λευκό Οίκο και δήλωσε ότι είναι περήφανη που οι ΗΠΑ εξέλεξαν τον πρώτο τους μαύρο πρόεδρο.

Η Πρώτη Κυρία των Η.Π.Α, Μισέλ Ομπάμα

Η 44χρονη Μισέλ Ομπάμα, παιδί μιας μετριοπαθούς οικογένειας που μεγάλωσε σε μια φτωχογειτονιά του Σικάγου, είναι πλέον η Πρώτη Κυρία των Ηνωμένων Πολιτειών, την οποία αρκετοί είναι αυτοί που παρομοιάζουν με την Τζάκι Κένεντι.

Η ίδια, νέα, κομψή και με ποιοτικό χιούμορ, δίνει προτεραιότητα στην οικογένειά της και έθεσε ως όρο στον σύζυγό της, για να δεχθεί την υποψηφιότητά του, να δίνει χρόνο στις δύο κόρες του. Η Μισέλ σπούδασε Κοινωνιολογία και έχει κάνει διατριβή με θέμα τις φυλετικές διακρίσεις. Φοίτησε ακόμα στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Σήμερα είναι αντιπρόεδρος πανεπιστημιακού νοσοκομείου και στήριγμα του Μπαράκ, σε κάθε του βήμα και απόφαση.

Η ίδια, ωστόσο, δηλώνει ότι δεν είναι πολιτικός του σύμβουλος, αλλά απλά η γυναίκα του, η οποία τον αγαπά και μιλά μαζί του για όλα. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η Μισέλ τονίζει ότι για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή της είναι υπερήφανη για τη χώρα της.